Το ερώτημα «ψυχοθεραπεία ή φαρμακευτική αγωγή;» συχνά εμφανίζεται όταν η δυσκολία έχει αρχίσει να στενεύει την καθημερινότητα: όταν το άγχος δεν αφήνει το σώμα να ηρεμήσει, οι κρίσεις πανικού φέρνουν φόβο, η διάθεση πέφτει ή οι σχέσεις μοιάζουν να επαναλαμβάνουν το ίδιο επώδυνο μοτίβο. Δεν είναι, όμως, μια επιλογή ανάμεσα σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Είναι μια συζήτηση για το τι χρειάζεται ο συγκεκριμένος άνθρωπος, στη συγκεκριμένη φάση της ζωής του.
Η σωστή απάντηση σπάνια είναι ίδια για όλους. Εξαρτάται από τη φύση και την ένταση των συμπτωμάτων, τη διάρκειά τους, το προσωπικό και ιατρικό ιστορικό, το υποστηρικτικό περιβάλλον, αλλά και από το τι θέλει να αλλάξει κανείς ουσιαστικά στη ζωή του. Η αξιολόγηση από ψυχολόγο και, όπου χρειάζεται, από ψυχίατρο, μπορεί να δώσει σαφή κατεύθυνση χωρίς βιαστικές ετικέτες ή ενοχές.
Τι μπορεί να προσφέρει η ψυχοθεραπεία
Η ψυχοθεραπεία δεν είναι απλώς μια συζήτηση για όσα συνέβησαν. Είναι μια οργανωμένη, εμπιστευτική σχέση συνεργασίας, όπου ο άνθρωπος έχει χώρο να κατανοήσει τι του συμβαίνει και να δοκιμάσει νέους τρόπους ανταπόκρισης. Μπορεί να βοηθήσει κάποιον να αναγνωρίζει τις σκέψεις που τροφοδοτούν το άγχος, να ρυθμίζει έντονα συναισθήματα, να βάζει όρια ή να εντοπίζει γιατί επαναλαμβάνει επιλογές που τον πληγώνουν.
Σε μια γνωσιακή-συμπεριφορική προσέγγιση, για παράδειγμα, ο θεραπευόμενος μαθαίνει να παρατηρεί τον κύκλο σκέψης, συναισθήματος και συμπεριφοράς. Κάποιος που αποφεύγει το μετρό μετά από μια κρίση πανικού μπορεί σταδιακά να καταλάβει πώς η αποφυγή διατηρεί τον φόβο και να δουλέψει, με ασφάλεια, προς μικρά βήματα επανέκθεσης.
Παράλληλα, η διερεύνηση βαθύτερων εμπειριών και σχέσεων μπορεί να φωτίσει μοτίβα που δεν αλλάζουν μόνο με μια τεχνική. Η έντονη ζήλια, ο θυμός που ξεσπά δυσανάλογα ή η αίσθηση ότι «πάντα θα με εγκαταλείψουν» συχνά έχουν μια ιστορία. Η κατανόηση αυτής της ιστορίας δεν σημαίνει ότι μένουμε στο παρελθόν. Σημαίνει ότι αποκτούμε περισσότερη ελευθερία στο παρόν.
Η θεραπευτική σχέση έχει και η ίδια αξία. Το να μιλήσει κανείς χωρίς να κριθεί, να νιώσει ότι ακούγεται με προσοχή και να συναντήσει έναν επαγγελματία που σέβεται τον ρυθμό του, μπορεί να αποτελέσει μια νέα εμπειρία ασφάλειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αλλαγή δεν είναι διαταγή ούτε επίδοση. Είναι μια πορεία που χτίζεται.
Τι κάνει η φαρμακευτική αγωγή
Η φαρμακευτική αγωγή χορηγείται και παρακολουθείται από ψυχίατρο. Σκοπός της δεν είναι να αλλάξει την προσωπικότητα ούτε να «σβήσει» κάθε συναίσθημα. Σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να μειώσει τη βιολογική και ψυχική επιβάρυνση των συμπτωμάτων, ώστε ο άνθρωπος να ανακτήσει λειτουργικότητα και να μπορέσει να αξιοποιήσει καλύτερα και την ψυχοθεραπεία.
Όταν κάποιος έχει σοβαρή κατάθλιψη, αϋπνία για εβδομάδες, έντονο και επίμονο άγχος, συχνές κρίσεις πανικού ή δυσκολεύεται να εργαστεί, να φροντίσει τον εαυτό του και να διατηρήσει τις βασικές του σχέσεις, η ψυχιατρική αξιολόγηση μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Η αγωγή ενδέχεται να προσφέρει μια αναγκαία ανακούφιση από συμπτώματα που έχουν γίνει αβάσταχτα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το φάρμακο είναι αυτόματα η μόνη λύση ή ότι χρειάζεται να λαμβάνεται επ’ αόριστον. Υπάρχουν διαφορετικές κατηγορίες φαρμάκων, διαφορετικοί χρόνοι δράσης και πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η επιλογή χρειάζεται εξατομίκευση, ενημέρωση και τακτική επικοινωνία με τον ψυχίατρο. Η έναρξη, η αλλαγή δόσης ή η διακοπή δεν πρέπει να γίνεται αυθαίρετα, ακόμη κι αν κάποιος αισθανθεί καλύτερα ή ανησυχήσει για μια ενόχληση.
Ψυχοθεραπεία ή φαρμακευτική αγωγή: πότε συνδυάζονται;
Για πολλούς ανθρώπους, η πιο κατάλληλη φροντίδα είναι ο συνδυασμός. Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να μειώσει την ένταση του συμπτώματος και η ψυχοθεραπεία να βοηθήσει τον άνθρωπο να καταλάβει τι το συντηρεί, να αποκτήσει δεξιότητες και να αλλάξει τρόπους σχέσης με τον εαυτό του και τους άλλους.
Σκεφτείτε έναν εργαζόμενο που ξυπνά με σφίξιμο στο στήθος, φοβάται ότι θα εκτεθεί στη δουλειά και το βράδυ καταφεύγει σε παρορμητικές αγορές ή αλκοόλ για να ηρεμήσει. Αν η ένταση είναι πολύ μεγάλη, η ψυχιατρική υποστήριξη μπορεί να διευκολύνει τη σταθεροποίηση. Στην ψυχοθεραπεία, όμως, μπορεί να διερευνηθούν η αυστηρή αυτοκριτική, ο φόβος αποτυχίας, οι συνθήκες που πυροδοτούν την παρόρμηση και οι πρακτικοί τρόποι να διαχειρίζεται τις δύσκολες ώρες.
Ο συνδυασμός δεν είναι ένδειξη ότι κάποιος «είναι πολύ άρρωστος». Είναι, συχνά, μια φροντισμένη απόφαση που αξιοποιεί διαφορετικά εργαλεία. Άλλοτε χρειάζεται για ένα διάστημα και άλλοτε όχι. Η διάρκεια και η μορφή της υποστήριξης επανεκτιμώνται καθώς αλλάζουν οι ανάγκες.
Μερικές συχνές παρεξηγήσεις
Η πρώτη είναι ότι η ψυχοθεραπεία αφορά μόνο ανθρώπους με πολύ σοβαρά προβλήματα. Στην πραγματικότητα, μπορεί να είναι χρήσιμη όταν η ζωή μοιάζει λειτουργική προς τα έξω, αλλά εσωτερικά υπάρχει εξάντληση, μοναξιά, σύγχυση ή ένα επίμονο «γιατί το κάνω αυτό στον εαυτό μου;».
Η δεύτερη είναι ότι η φαρμακευτική αγωγή αποτελεί προσωπική αποτυχία. Η ψυχική δυσκολία δεν λύνεται πάντα μόνο με θέληση, όπως ούτε ένα σωματικό πρόβλημα αντιμετωπίζεται πάντοτε μόνο με αποφασιστικότητα. Η αναζήτηση ιατρικής βοήθειας μπορεί να είναι πράξη ευθύνης και φροντίδας.
Η τρίτη είναι ότι η θεραπεία προσφέρει γρήγορες, έτοιμες απαντήσεις. Μπορεί να δώσει πρακτικά εργαλεία από τις πρώτες συναντήσεις, αλλά οι πιο σταθερές αλλαγές χρειάζονται χρόνο, ειλικρίνεια και συνέπεια. Δεν πρόκειται για μια ευθεία πορεία. Υπάρχουν περίοδοι ανακούφισης, αμφιβολίας, προόδου και επιστροφής σε παλιά μοτίβα. Αυτό δεν ακυρώνει τη διαδικασία.
Πώς να γίνει μια ασφαλής απόφαση
Μια καλή αρχή είναι να περιγράψετε με ακρίβεια τι σας δυσκολεύει: πότε άρχισε, πόσο συχνά συμβαίνει, τι το επιδεινώνει και πώς επηρεάζει ύπνο, εργασία, σχέσεις και φροντίδα του εαυτού. Μην υποτιμάτε συμπτώματα επειδή «υπάρχουν άνθρωποι που περνούν χειρότερα». Η προσωπική δυσφορία και η λειτουργικότητα είναι επαρκείς λόγοι για να ζητηθεί υποστήριξη.
Ο ψυχολόγος μπορεί να αξιολογήσει τις ψυχολογικές ανάγκες και να προτείνει ένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πλάνο. Αν προκύπτει ανάγκη για φαρμακευτική εκτίμηση, η παραπομπή σε ψυχίατρο δεν αναιρεί τη θεραπευτική δουλειά. Αντίθετα, όταν οι επαγγελματίες συνεργάζονται με τη συναίνεση του θεραπευόμενου και με σεβασμό στο απόρρητο, η φροντίδα γίνεται πιο συνεκτική.
Υπάρχουν, επίσης, στιγμές που χρειάζονται άμεση βοήθεια. Σκέψεις αυτοκτονίας, πρόθεση αυτοτραυματισμού, αδυναμία να μείνει κανείς ασφαλής, έντονη σύγχυση ή συμπτώματα που απομακρύνουν από την πραγματικότητα απαιτούν άμεση επικοινωνία με επείγουσες υπηρεσίες, ψυχίατρο ή το κοντινότερο νοσοκομείο. Σε τέτοιες συνθήκες, δεν χρειάζεται να μείνετε μόνοι με αυτό που συμβαίνει.
Δεν χρειάζεται να έχετε αποφασίσει από πριν ποια μορφή βοήθειας «σας ταιριάζει» για να κάνετε το πρώτο βήμα. Αρκεί να αναγνωρίσετε ότι αξίζετε να σας ακούσουν με σοβαρότητα, σεβασμό και χωρίς προκατάληψη. Από εκεί μπορεί να ξεκινήσει μια πορεία προς περισσότερη σταθερότητα, κατανόηση και ευημερία.

