Πώς διαγιγνώσκεται η ΔΕΠΥ σε ενήλικες

Πώς διαγιγνώσκεται η ΔΕΠΥ σε ενήλικες

Το να αναρωτιέται κάποιος αν έχει ΔΕΠΥ συχνά ξεκινά από μια πολύ γνώριμη καθημερινή δυσκολία: ανοιχτές εκκρεμότητες, καθυστερήσεις που φέρνουν ενοχή, έντονη παρορμητικότητα σε συζητήσεις ή αποφάσεις, και την αίσθηση ότι καταβάλλει διπλάσια προσπάθεια για πράγματα που στους άλλους μοιάζουν απλά. Το πώς διαγιγνώσκεται η ΔΕΠΥ σε ενήλικες δεν είναι μια γρήγορη διαδικασία ούτε βασίζεται σε ένα διαδικτυακό τεστ. Είναι μια προσεκτική κλινική αξιολόγηση, που εξετάζει το σύνολο της προσωπικής ιστορίας και της σημερινής λειτουργικότητας του ανθρώπου.

Η ΔΕΠΥ, δηλαδή η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας, δεν αφορά μόνο παιδιά που δυσκολεύονται να μείνουν καθιστά στην τάξη. Στην ενήλικη ζωή μπορεί να εμφανίζεται πιο διακριτικά: ως διαρκής εσωτερική ανησυχία, αποδιοργάνωση, ξεχασμένα ραντεβού, δυσκολία να ολοκληρωθεί μια εργασία ή μια τάση να αλλάζουν γρήγορα ενδιαφέροντα και σχέδια. Για αρκετούς ανθρώπους, η αναγνώριση έρχεται αργά, όταν οι απαιτήσεις της εργασίας, μιας σχέσης ή της γονεϊκότητας ξεπερνούν τους τρόπους με τους οποίους είχαν μάθει να αντισταθμίζουν τις δυσκολίες τους.

Τι σημαίνει διάγνωση ΔΕΠΥ στην ενήλικη ζωή

Η διάγνωση δεν αποδίδει έναν χαρακτηρισμό ούτε εξηγεί όλη την ταυτότητα ενός ανθρώπου. Αποτελεί έναν κλινικό τρόπο να κατανοηθούν επίμονες δυσκολίες στην προσοχή, την οργάνωση, την υπερκινητικότητα ή την παρορμητικότητα, όταν αυτές επηρεάζουν ουσιαστικά τη ζωή του.

Ένας εξειδικευμένος επαγγελματίας ψυχικής υγείας, όπως ψυχίατρος ή ψυχολόγος με κατάλληλη κλινική εκπαίδευση, δεν αναζητά απλώς την παρουσία μεμονωμένων συμπτωμάτων. Εξετάζει αν αυτά είναι σταθερά στον χρόνο, αν εμφανίζονται σε περισσότερα από ένα περιβάλλοντα και αν δημιουργούν ουσιαστική επιβάρυνση. Άλλο είναι να ξεχνά κανείς περιστασιακά μια υποχρέωση σε μια περίοδο εξάντλησης και άλλο να βιώνει από μικρή ηλικία ένα σταθερό μοτίβο δυσκολίας στη διαχείριση χρόνου, προτεραιοτήτων και παρορμήσεων.

Σύμφωνα με τα διεθνή διαγνωστικά κριτήρια, χρειάζεται να υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένες δυσκολίες είχαν ξεκινήσει στην παιδική ηλικία, ακόμη κι αν δεν υπήρξε ποτέ επίσημη διάγνωση τότε. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ενήλικας πρέπει να θυμάται κάθε λεπτομέρεια από το σχολείο του. Μπορεί να βοηθήσουν παλιές σχολικές παρατηρήσεις, οικογενειακές αναμνήσεις ή η περιγραφή επαναλαμβανόμενων εμπειριών, όπως το να ακούει συχνά ότι είναι «ικανός, αλλά δεν προσπαθεί αρκετά».

Πώς διαγιγνώσκεται η ΔΕΠΥ σε ενήλικες στην πράξη

Η αξιολόγηση συνήθως ξεκινά με μια αναλυτική κλινική συνέντευξη. Ο επαγγελματίας διερευνά τις δυσκολίες του παρόντος, αλλά και το πώς εξελίχθηκαν στη ζωή του ατόμου. Συζητιούνται η εργασία ή οι σπουδές, οι σχέσεις, η οικονομική διαχείριση, η οδήγηση, η καθημερινή οργάνωση, οι συνήθειες ύπνου και οι τρόποι με τους οποίους το άτομο προσπαθεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις.

Μπορεί, για παράδειγμα, ένας άνθρωπος να είναι εξαιρετικά δημιουργικός και αποτελεσματικός όταν μια προθεσμία πιέζει, αλλά να μην μπορεί να ξεκινήσει εγκαίρως ένα σημαντικό έργο. Κάποιος άλλος ίσως είναι πολύ συγκεντρωμένος σε δραστηριότητες που τον ενδιαφέρουν έντονα, ενώ δυσκολεύεται να παρακολουθήσει μια συνηθισμένη συζήτηση ή να διεκπεραιώσει επαναλαμβανόμενες εργασίες. Αυτές οι αντιφάσεις δεν αποκλείουν τη ΔΕΠΥ. Αντίθετα, συχνά φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η προσοχή.

Στη διαδικασία μπορεί να χρησιμοποιηθούν δομημένα κλινικά εργαλεία και έγκυρα ερωτηματολόγια. Αυτά βοηθούν να οργανωθεί η πληροφορία, δεν αρκούν όμως από μόνα τους για διάγνωση. Ένα υψηλό σκορ σε ένα ερωτηματολόγιο δείχνει ότι χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, όχι ότι η διάγνωση έχει ήδη επιβεβαιωθεί.

Όταν είναι εφικτό και με τη συναίνεση του ατόμου, η λήψη πληροφοριών από έναν γονέα, σύντροφο ή άλλο πρόσωπο που γνωρίζει καλά την ιστορία του μπορεί να προσφέρει χρήσιμο πλαίσιο. Δεν είναι απαραίτητη σε κάθε περίπτωση, ούτε η απουσία τέτοιων πληροφοριών ακυρώνει την αξιολόγηση. Η διαδικασία προσαρμόζεται με σεβασμό στην ιδιωτικότητα, στις οικογενειακές συνθήκες και στην προσωπική ιστορία κάθε ανθρώπου.

Η λειτουργική επίπτωση έχει κεντρικό ρόλο

Η ύπαρξη χαρακτηριστικών όπως η αφηρημάδα ή η βιασύνη δεν αρκεί. Το βασικό ερώτημα είναι τι κόστος έχουν στην καθημερινότητα. Μπορεί να χάνονται ευκαιρίες στη δουλειά, να δημιουργούνται συγκρούσεις επειδή ο σύντροφος νιώθει ότι δεν τον ακούνε, να συσσωρεύονται λογαριασμοί ή να υπάρχει χρόνια εξάντληση από την προσπάθεια να διατηρηθεί μια εικόνα ελέγχου.

Πολλοί ενήλικες με πιθανή ΔΕΠΥ έχουν αναπτύξει ιδιαίτερα αποτελεσματικούς μηχανισμούς αντιστάθμισης: υπερβολικές λίστες, αδιάκοπη εργασία, τελειοθηρία ή αποφυγή καταστάσεων που φοβούνται ότι θα τους εκθέσουν. Αυτές οι στρατηγικές μπορεί να τους βοήθησαν να προχωρήσουν, αλλά συχνά συνοδεύονται από άγχος, αυτοκριτική και ένα αίσθημα ότι κάθε απλή υποχρέωση απαιτεί δυσανάλογη ενέργεια.

Γιατί χρειάζεται να αποκλειστούν άλλες αιτίες

Η προσεκτική διαφορική αξιολόγηση είναι απαραίτητη, επειδή αρκετές καταστάσεις μπορεί να μοιάζουν με ΔΕΠΥ ή να συνυπάρχουν μαζί της. Το άγχος μπορεί να διασπά την προσοχή, η κατάθλιψη να μειώνει την ενέργεια και τη συγκέντρωση, ενώ η χρόνια έλλειψη ύπνου μπορεί να επηρεάζει τη μνήμη και την οργάνωση. Επίσης, εμπειρίες τραύματος, δυσκολίες μάθησης, χρήση ουσιών ή ορισμένα ιατρικά ζητήματα χρειάζονται διερεύνηση.

Δεν πρόκειται για μια διαδικασία αμφισβήτησης των δυσκολιών του ανθρώπου. Αντίθετα, είναι ένας τρόπος να αποφευχθούν βιαστικά συμπεράσματα και να δοθεί η κατάλληλη βοήθεια. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει τόσο ΔΕΠΥ όσο και αγχώδη ή καταθλιπτικά συμπτώματα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η κατανόηση της σχέσης τους καθορίζει και το θεραπευτικό πλάνο.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν η δυσκολία συγκέντρωσης εμφανίστηκε ξαφνικά σε μια περίοδο έντονης ψυχικής πίεσης. Η ΔΕΠΥ έχει αναπτυξιακή πορεία, επομένως η κλινική διερεύνηση αναζητά ένα ευρύτερο και παλαιότερο μοτίβο, όχι μόνο τα συμπτώματα των τελευταίων μηνών.

Τι αλλάζει μετά την αξιολόγηση

Για ορισμένους ανθρώπους, η διάγνωση φέρνει ανακούφιση. Όχι επειδή λύνει αυτομάτως τις δυσκολίες, αλλά επειδή δίνει ένα πιο δίκαιο πλαίσιο σε χρόνια βιώματα ντροπής ή αυτομομφής. Η σκέψη «είμαι τεμπέλης» ή «κάτι δεν πάει καλά με εμένα» μπορεί σταδιακά να αντικατασταθεί από μια πιο ακριβή και συμπονετική κατανόηση: υπάρχουν συγκεκριμένες δυσκολίες ρύθμισης της προσοχής και της παρόρμησης, οι οποίες μπορούν να αντιμετωπιστούν.

Η υποστήριξη εξαρτάται από τις ανάγκες, τη σοβαρότητα των δυσκολιών και τις συνυπάρχουσες καταστάσεις. Μπορεί να περιλαμβάνει ψυχοεκπαίδευση, ψυχοθεραπεία, πρακτικές στρατηγικές οργάνωσης και, όπου ενδείκνυται, ψυχιατρική αξιολόγηση για φαρμακευτική παρέμβαση. Η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην αναβολή, τη διαχείριση χρόνου, την οργάνωση και τη συναισθηματική ρύθμιση. Παράλληλα, μια βαθύτερη ψυχοθεραπευτική διερεύνηση μπορεί να δώσει χώρο σε παλιές εμπειρίες απόρριψης, στις σχέσεις και στα μοτίβα αυτοϋπονόμευσης που συχνά έχουν χτιστεί γύρω από τις δυσκολίες.

Η σωστή εκτίμηση δεν έχει σκοπό να περιορίσει έναν άνθρωπο σε μια διάγνωση. Μπορεί να γίνει η αρχή για να αναγνωρίσει τι τον δυσκολεύει, να σταματήσει να αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως εχθρό και να βρει τρόπους ζωής που ταιριάζουν περισσότερο στις πραγματικές του ανάγκες. Ένα βήμα προς την αλλαγή μπορεί να ξεκινήσει από μια ήρεμη, εμπιστευτική συζήτηση, όπου υπάρχει χώρος να ακουστεί η δική σας ιστορία χωρίς κριτική.